Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

"Μια Άνοιξη της Ρόζμαρυ" και "Οπάλι" της Amy Lowell



ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΡΟΖΜΑΡΥ

Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου
Όταν σε σκέφτομαι
Βλέπω μονάχα τα χέρια σου
Τα χέρια σου
Που ράβουν
Που κρατούν ένα βιβλίο
Που στέκουν για ένα λεπτό στην ηρεμία κάποιου παράθυρου.
Τα μάτια μου πάντα κρατούν την όψη των χεριών σου,
Αλλά η καρδιά μου κρατάει τον ήχο της φωνής σου
Και την απαλή λαμπρότητα που είναι η ψυχή σου.

ΟΠΑΛΙ

Είσαι ο πάγος κι η φωτιά
Τ' άγγιγμα σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι...
Όταν είμαι κοντά σου
Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα
Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.

(από το: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑ ΡΑΣΕΛ)
μτφρ. Τάσος Κόρφης

Άμυ Λόουελ:
(Amy Lowell, 1874-1925). Αμερικανίδα ποιήτρια, βιογράφος και κριτικός. Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Μασσαχουσέτης. Ανήκε στην ποιητική κίνηση του εικονισμού (imagism).

Ξένη Ποίηση του 20ου αιώνα
επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις
εκδ. Λωτος
Μαρία Λαϊνά




© Assimina

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

The Red Dress, Dorothy Parker


Πάντα έβλεπα κι από πάντα είχα πει
Ελεύθερη αν ήμουν κι ένα άτομο μεστό,
Ένα φόρεμα θάχα από το πιο κόκκινο ροδύ
Τόσο, όσο θα μπορούσες να δεις, κομψό,

Να το φορώ έξω νωθρή βαδίζοντας και κομψή,
Μιαν του καλοκαιριού ημέρα,
Κι ένας θα υπάρξει έτσι να με δει
Και να διώξει τον κόσμο πέρα.

Και θάναι αυτός ένας κορτάκιας,
Μ' άστρα πίσω απ' τη ματιά,
Και μαλλιά σαν μέταλλο στον ήλιο,
Και χείλη για ψέματα, τόσο θερμά.

Χαρούμενους μας έβλεπα πάντα, κι ευγενικούς
Στην πόλη μέσα τιμημένους πολύ
Στη γυνακεία μου φύση τώρα φτασμένη
Το χαζοφόρεμα έχω τυλιχθεί.

μτφρ. Ασ. Λαμπράκου


φωτο.: Μαρία Βασιλοπούλου



© Assimina

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

κι όμως



κι όμως
όταν όλα θάχουν πια τελειώσει
τότε που θα μεγαλώνουν ξοδεμένα στα κύτταρα παιδιών
ή θα κείνται ξέπνοα
σαν άνθος μικρό ρόδου
στο άνοιγμα τάφου ξεχασμένου
τότε
όπως στον μεγάλο πυρετό το δροσερό χείλι της μητέρας
θα αναζητάμε τη στοργή
ως το μόνο που θα μας δένει με όποια αλήθεια μέσα της έχουμε υπάρξει ._




Αλθέα, ν. Αττικής




© Assimina

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Πρωινό μέθης, Ρεμπώ



Πρωινό μέθης, Ρεμπώ

Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

[...]


(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)


© Assimina

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Θηλυκά γεννιούνται οι Τρίτες




Μια Τρίτη από κείνες που ντύνονται γυναίκες και χτυπάνε επιδέξια τα τακούνια τους στην άσφαλτο λικνίζοντας γοφούς και καρότσι συντονισμένα στο δρόμο για τη λαϊκή, μ’ έπιασε απ’ τ’ αφτί και με κάθισε σ’ ένα σκαμνί πιο κάτω από την ίδια κι εγώ έμοιαζα με παιδί από πίνακα του Λύτρα κι απ’ το λαγούμι π’ άνοιξε ένα κουμπί που έμοιαζε δραπέτης τής ρόμπας της, είδα τη δαντέλα απ’ το μαύρο της κομπιναιζόν στο ύψος τής κοιλιάς όπως εκείνη έσκυψε και σφύριξε στ’ αφτί μου με αυτή τη νοικιασμένη αυταρέσκεια από τα χαριεντίσματα με τους σερνικούς μανάβηδες της λαϊκής: σκέφτηκες ποτές σου βλογιοκομμένο γιατί απ’ όλες τις μέρες μια τους ορίστηκε να μην έχει φύλο; 

Και σκιάχτηκα και ντράπηκα σα μαθητής όχι αδιάβαστος μα άσκεφτος κι απάντηση πριν δώσω, εκείνη συνέχισε μ’ αυτή τη σιγουριά τη ποτισμένη από την ικανοποιηθείσα αυταρέσκεια που σας έλεγα, που κακή δεν είναι , η αυταρέσκεια, μα χρήσιμη μια και διαπερνώνται οι γυναίκες από αυτό το συναίσθημα πως κάποιου τη προσοχή έχουν και που τη θαύμαζα, τη σιγουριά, κι ας με φόβιζε σα τιμωρία επικρεμάμενη, θυμάσαι μια φορά, είπε, που έγραφες…


«κι οι μήνες;
αρσενικά όλοι τους κι ελπίδα πώς να γεννήσουν;»

για τούτο είναι που η μέρα Σάββατο, ουδέτερη ορίστηκε, για να μένουμε έξι κι όλες θηλυκά οι άλλες, τους μήνες να μοιραζόμαστε από δυο, να ζευγαρώνουμε κι ελπίδες να γεννάμε… είπε κι ευθύς από το λαγούμι π’ άφηνε το κουμπί δραπέτης, η όμορφη δαντέλλα της γέμισε χρώματα και μικρές πεταλούδες πάνω σ’ άσπρα γιασεμιά… γιατί έτσι πρέπει νάναι αυτές οι γέννες… μικρές και άμεσες
Εγώ, ψιθύρισε, τον έναν τον διάλεξα νάναι ο Ιούνης κι έγειρε το κεφάλι της σα φεγγάρι στους έρωτές του, μ’ ένα μειδίαμα μπογιατισμένο στα χείλη της. Μια υποψία αρώματος ξέφυγε απ’ το λαιμό της κι η κάφτρα ενός τσιγάρου φώτισε τα βερνικωμένα νύχια της.

Θηλυκά γεννιούνται οι Τρίτες ._




δημοσιεύτηκε στο Λόγω Γραφής 


© Assimina

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Τα Σονέτα, William Shakespeare



29.

Όταν η Τύχη κι οι άνθρωποι με μίσος με κοιτούνε,
Τότε ολομόναχος θρηνώ που εξόριστος πλανιέμαι•
Μάταιες κραυγές μου τον κουφό τον ουρανό, ενοχλούνε,
Τον εαυτό μου αναμετρώ, τη μοίρα καταριέμαι.
Να ’χα κι εγώ πιο πλούσιες ελπίδες στη ζωή,
Να είχα εκείνου τη μορφή, του άλλου τις φιλίες,
Να είχα και την τέχνη του και την επιρροή!
Κάθε ηδονή μού παίρνουνε αυτές οι επιθυμίες.
Με τέτοιες σκέψεις τον εαυτό μου έχω αηδιάσει.
Μα αν σε σκεφτώ, ξάφνου η ζωή σαν να ’ναι πάλι φίλη•
Και σαν κορυδαλλός που ευθύς πετά μόλις χαράξει
Ψάλλει ύμνους μακριά απ’ τη γη στην επουράνια πύλη.
Τέτοιος πλούτος του έρωτά σου η σκέψη είναι, που πλέον
Δεν θ’ άλλαζα τη μοίρα μου μ’ αυτή των βασιλέων.



Τα Σονέτα, William Shakespeare
εισαγωγή-μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου
εκδ. Gutenberg


29.

When, in disgrace with fortune and men's eyes,
I all alone beweep my outcast state
And trouble deal heaven with my bootless cries
And look upon myself and curse my fate,
Wishing me like to one more rich in hope,
Featured like him, like him with friends possess'd,
Desiring this man's art and that man's scope,
With what I most enjoy contented least;
Yet in these thoughts myself almost despising,
Haply I think on thee, and then my state,
Like to the lark at break of day arising
From sullen earth, sings hymns at heaven's gate;
For thy sweet love remember'd such wealth brings
That then I scorn to change my state with kings.


© Assimina © Assimina