Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Πεισίστρατος, Γιώργος Χειμωνάς


ο δρόμος


 [...]


Είδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη. Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα ήταν σαν έκσταση. Ήρθαν ένα σωρό πρόσωπα κι έρχονταν κι άλλα φάτσες γνωστές καί άγνωστες κι εγώ όλους τους αγαπούσα και περισσότερους ακόμα τόσο πολύ άνοιξε η καρδιά μου και χωρούσαν κι άλλοι πολλοί ακόμα. Ένα πλήθος κρεμάστηκε από την σπάνια κλωστή πού έκλωθε εκείνη την ώρα ή ψυχή μου κι αυτή άντεχε δεν έσπαζε. Όλα ήταν μια ευτυχία πόσο σας αγαπώ φώναξα θα πεθάνω για σας. Αγαπούσα την κάθε μια μορφή χωριστά και μαζί όλες ή αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο πού το σκόρπιζε ό αέρας το χώριζε στα χίλια κομμάτια κι ύστερα πάλι τά ένωνε ή αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο πού σκέπαζε όλο τον ουρανό λευκό και μεγάλο σας αγαπώ. Ξαφνικά κατάλαβα πώς εγώ τους αγαπούσα κι εκείνοι με κοίταζαν μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Στεκόμουν με ανοιχτά χέρια κι εκείνοι μάκραιναν και τους είπα θάρθω μαζί σας. Με κοίταξαν με άδειο χαμόγελο και προχωρούσαν κι εγώ στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν.
 [...]



 ( τό έχεις ζήσει; )


© Assimina

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

δοκιμές σε ένα ποίημα


κόβω και αναρτώ το:



Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει



είναι ένα ολιγόστιχο ποίημα από μόνο του 
 γνωρίζω την προέλευση του
προσθέτω μερικούς ακόμη στίχους

 

Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει
παίζοντας μέ τά χρώματα πού τό βάψαν οί τόσες του αγάπες

ένα νέο ολιγόστιχο που δίνει εκδοχές ανάγνωσης διαφορες του πρώτου, τις πλουτίζει
εξακολουθώ την προσθήκη



Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει
παίζοντας μέ τά χρώματα πού τό βάψαν οί τόσες του αγάπες
παίζοντας με τά χρώματα πού ξεδιπλώνουν τις πτυχές τών άλ-
λων ματιών

ένα ολιγόστιχο που "κρεμάει" στον τελευταίο στίχο -  
συνεχίζω




Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει
παίζοντας μέ τά χρώματα πού τό βάψαν οί τόσες του αγάπες
παίζοντας με τά χρώματα πού ξεδιπλώνουν τις πτυχές τών άλ-
λων ματιών
τ’ αγαπητά τά μάτια ξένων κορμιών
μάτια που ελπίσανε
και κλείσθηκαν για να μη δούν μα είδαν 



ω χο! αν έλειπαν οι δυο τελευταίες λέξεις;
εξακολουθώ το παιχνίδι...



Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει
παίζοντας μέ τά χρώματα πού τό βάψαν οί τόσες του αγάπες
παίζοντας με τά χρώματα πού ξεδιπλώνουν τις πτυχές τών άλ-
λων ματιών
τ’ αγαπητά τά μάτια ξένων κορμιών
μάτια που ελπίσανε
και κλείσθηκαν για να μη δούν μα είδαν
μάτια πού αγαπήσανε

α χα! θα μπορούσε να έκλεινε εδώ... όμως συνεχίζει:


Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο τό μάτι ακόμα μέ κοιτάζει
παίζοντας μέ τά χρώματα πού τό βάψαν οί τόσες του αγάπες
παίζοντας με τά χρώματα πού ξεδιπλώνουν τις πτυχές τών άλ-
λων ματιών
τ’ αγαπητά τά μάτια ξένων κορμιών
μάτια που ελπίσανε
και κλείσθηκαν για να μη δούν μα είδαν
μάτια πού αγαπήσανε
και τώρα δεν ξέρουν πιο είναι προτιμότερο
να μείνουν ανοιχτά ή κλειστά.


κι εδώ "κλείνει"
και, αν και θα μπορούσε, αν και είναι απο μόνο του ένα ολοκληρωμένο μικρό ποίημα, εξακολουθεί να μένει γυμνό αν δεν δοθεί μέσα στο σύνολο που ανήκει και είναι το μεγάλο ποίημα του Νικολάου Κάλα: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ από τη συλλογή: Οδός Νικήτα Ράντου




© Assimina